Εκφύλιση ωχράς κηλίδας

Η εκφύλιση της ωχράς κηλίδος σχετιζόμενη με την ηλικία, είναι η πιο συχνή αιτία μη αναστρέψιμης τύφλωσης στον δυτικό κόσμο. Η πάθηση αυτή προσβάλει την κεντρική περιοχή του βυθού του ματιού, η οποία είναι και η πιο σημαντική. Η συνέπεια; Μια σταδιακή μείωση της κεντρικής όρασης χωρίς άλλα συμπτώματα.

Τι είναι η εκφύλιση της ωχράς;

Διάφορες μελέτες που έχουν γίνει υπολογίζουν ότι ένα ποσοστό 6% με 10% των ατόμων μεταξύ 65 και 74 ετών και ένα ποσοστό από 19% ως 30% σε άτομα πάνω από 75 ετών έχουν αυτή την πάθηση. Οπως καταλαβαίνουμε έχει απόλυτη σχέση με την τρίτη ηλικία και για τον λόγο αυτό ονομάζεται και γεροντική εκφύλιση ωχράς.

Η ωχρά κηλίδα αντιστοιχεί στο κεντρικό τμήμα του αμφιβληστροειδούς, δηλ. του χιτώνα που αντιστοιχεί στο βυθό του ματιού. Αυτή δε είναι και το πιο σημαντικό τμήμα του αμφιβληστροειδούς πάνω στο οποίο πέφτουν οι ακτίνες και σχηματίζονται τα είδωλα. Οπως καταλαβαίνουμε η ωχρά είναι το πιο σημαντικό μέρος του αμφιβληστροειδούς για να βλέπουμε ευκρινώς.

Πού οφείλεται;

Η γεροντική εκφύλιση της ωχράς είναι μια πολυπαραγοντική νόσος, δηλ. βρέθηκε ότι υπάρχουν πολύ παράγοντες που παίζουν σημαντικό ρόλο στην εμφάνισή της. Αυτοί οι παράγοντες κινδύνου μπορεί να είναι η ηλικία, η κληρονομικότητα, οι ανοιχτόχρωμες ίριδες, το κάπνισμα, τα καρδαγγειακά νοσήματα καθώς και η ηλιακή ακτινοβολία. Φυσικά ο πιο σημαντικός παράγοντας είναι η διαδικασία της γήρανσης.

Συμπτώματα. Κλινική εικόνα.

Η γεροντική εκφύλιση της ωχράς κηλίδος είναι μια πάθηση που ως σύμπτωμα έχει την σταδιακή μείωση της κεντρικής όρασης χωρίς άλλα συμπτώματα όπως πόνο. Ποτέ δεν προκαλείται ολική απώλεια οράσεως, διότι παραμένει η περιφερική όραση. Δηλ. η όρασή μας παύει να είναι ευκρινής έως μηδαμινή όταν κοιτάμε ένα αντικείμενο, αλλά ο προσανατολισμός στον χώρο παραμένει διότι το περιφερικό οπτικό μας πεδίο παραμένει φυσιολογικό. Ωστόσο σε προχωρημένες καταστάσεις μπορούμε να μιλάμε για πραγματική αναπηρία από την στιγμή που η όρασή μας είναι εξαιρετικά χαμηλή.

Υπάρχουν δύο μορφές εκφύλισης. Η πρώτη είναι ξηρά ή ατροφική μορφή που αφορά και το 90% των περιπτώσεων. Η δεύτερη είναι η υγρή μορφή και αφορά το 10% των ασθενών, είναι όμως αυτή υπεύθυνη για το 90% σημαντικής απώλειας της όρασης στους ασθενείς με εκφύλιση. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει η πιθανότητα να σχηματιστούν νέα παθολογικά αγγεία κατω από τον αμφ/δή, σχηματίζοντας μια μεμβράνη κάτω από την ωχρά με συνέπεια να μειωθεί πολύ η όραση.

Τι μπορούμε να κάνουμε για να την προβλέψουμε;

  1. Να φορούμε γυαλιά ηλίου με φίλτρο για τις υπεριώδεις ακτίνες (UV) για την προστασία των ματιών μας.
  2. Μπορείται να λαμβάνεται ως συμπληρώματα διατροφής, πολυβιταμινούχα σκευάσματα και σκευάσματα ψευδαργύρου. Αν και είναι δύσκολο να αποδειχθεί η προληπτική δράση αυτών των φαρμάκων, διάφορες μελέτες έδειξαν ότι μπορούν να βοηθήσουν στην καθυστέρηση της εμφάνισης της νόσου. Η δοσολογία θα πρέπει να δοθεί από τον οφθαλμίατρο σε συνεργασία με τον παθολόγο για τις πιθανές αντενδείξεις.
  3. Να κάνεται προληπτικούς οφθαλμολογικούς ελέγχους μετά τα 40 και να επισκέπτεσθε τον οφθαλμίατρο μόλις παρατηρήσετε αλλαγές στην όρασή σας ειδικά σκοτώματα που αφορούν την κεντρική σας όραση.
  4. Να περιορίσουμε ή καλύτερα να κόψουμε το κάπνισμα. Εξάλλου γνωρίζουμε πόσο κακό κάνει κάνει όχι μόνο στα μάτια μας αλλά και σε όλα τα υπόλοιπα όργανα.
  5. Να ρυθμίζουμε την πίεσή μας, την χοληστερίνη μας και να ελεγχόμαστε από τον καρδιολόγο όταν υπάρχει η ένδειξη.

Ειδικές διαγνωστικές εξετάσεις

Αυτό που πρέπει να γνωρίζουμε είναι ότι πρέπει να κάνουμε τακτικούς ελέγχους και αν χρειαστεί και με την σύσταση του ειδικού οφθαλμιάτρου να κάνουμε μια ειδική εξέταση για την φωτογράφιση του βυθού αφού χορηγήσουμε πρώτα μια χρωστική, την φλουορεσκείνη. Η εξέταση ονομάζεται φλουοραγγειογραφία. Με την εξέταση αυτή έχουμε την δυνατότητα να δούμε αν υπάρχουν βλάβες στον αμφιβληστροειδή και στην ωχρά και αν σχηματίζονται παθολογικά αγγεία κάτω από αυτά. Η διαγνωστική αυτή μέθοδος, γίνεται με την διοχέτευση στο αίμα χρωστικής (φλουορεσκείνης), που κάνει δυνατή την φωτογράφιση των παθολογικών αγγείων και την ακριβή εκτασή τους.

Επίσης, η τομογραφία της ωχράς κηλίδας (OCT) κατά την οποία εξετάζεται στοιβάδα προς στοιβάδα ο αμφιβληστροειδής και εμφανίζονται αλλοιώσεις που αφορούν την περιοχή της ωχράς, νεοαγγειακές μεβράνες που ξεκινούν από τον χοριοειδή, παρουσία ή όχι υγρού και αυτό χωρίς την χρήση χρωστικής ή άλλης ουσίας, χωρίς μυδρίαση σε πολύ μικρό χρόνο. Το OCT χρησιμοποιείται για να ελέγχουμε και την πορεία της θεραπείας και την εξέλιξη της εκφύλισης στον χρόνο.

Θεραπεία

Στην περίπτωση της εκφύλισης ξυρού τύπου δεν υπάρχει θεραπεία. Η νόσος εξελίσσεται αργά στον χρόνο αλλά δεν μπορούμε να παρέχουμε φαρμακευτική ή χειρουργική αντιμετώπιση η οποία θα λύσει το πρόβλημα. Μπορούν να χορηγειθούν στην περίπτωση αυτή πολυβιταμινούχα συμπληρώματα διατροφής που εμπεριέχουν λουτείνη και ζεαξανθίνη και πιστεύεται και από κάποιες μελέτες ότι καθυστερούν την εξέλιξη.

Στην περίπτωση της εκφύλισης υγρού τύπου και στην παρουσία νεοαγγειακής μεμβράνης τότε η θεραπεία εκλογής από το 2005 μέχρι σήμερα είναι η χορήγηση αντιαγγειογενετικών φαρμάκων υπό την μορφή των ενδουαλοειδικών ενέσεων (μέσα στην υαλοειδική κοιλότητα). Τα φάρμακα αυτά (AVASTIN, LUCENTIS) δρούν με τρόπο ώστε να αναστείλλουν την νεοαγγειακή μεμβράνη και να μειώσουν ή να εξαφανίσουν το οίδημα (υγρό) στην περιοχή της ωχράς με αποτέλεσμα όχι μόνο να σταθεροποιούν και να βοηθούν να μην εξελιχθεί η εκφύλιση αλλά πολλές φορές να βελτιώνεται και η οπτική οξύτητα του ασθενή. Τα ενέσιμα αυτά φάρμακα χορηγούνται κάθε 4-8 εβδομάδες μέχρι την πλήρη αναστολή της νόσου.

Σε ειδικές περιπτώσεις η εκφύλιση της ωχράς κηλίδας μπορεί να έχει και χειρουργική αντιμετώπιση. Η μετατόπιση της ωχράς κηλίδας (macular translocation) είναι μια επέμβαση η οποία γίνεται σε ασθενείς που έχουν χάσει πλήρως την όρασή τους και στα δύο μάτια από εκφύλιση ωχράς κηλίδος. Με την μετατόπιση της ωχράς καταφέρνουμε να τοποθετήσουμε την ωχρά κηλίδα σε νέο υγιές σημείο με σκοπό να ανακτηθεί λειτουργική όραση στον ένα οφθαλμό.

Βοηθήματα χαμηλής όρασης

Στην περίπτωση προχωρημένης εκφυλίσεως μπορούν να χρησιμοποιηθούν επίσης βοηθήματα χαμηλής οράσεως. Αυτά είναι ειδικά γυαλιά ή ειδικοί μεγενθυντικοί φακοί ή κλειστά κυκλώματα τηλεόρασης και κομπιούτερς που βοηθούν την ήδη χαμηλή όραση μεγενθύνοντας τα αντικείμενα ή μεγαλώνοντας το οπτικό πεδίο. Είναι βοηθήματα τα οποία δίνονται μόνο από τον οφθαλμίατρο και εφόσον υπάρχει ένδειξη και χρησιμοποιούνται αφού προυπάρξει εκπαίδευση του ασθενούς στα βοηθήματα αυτά. Ωστόσο, θα πρέπει να πούμε ότι αποτελούν μια σοβαρή λύση σε ένα δύσκολο πρόβλημα ειδικά όταν έχουν εξαντληθεί τα άλλα θεραπευτικά μας όπλα.